Doves: Γλυκιά βρετανική μελαγχολία από τα παλιά

από Βασίλης Σπυριδάκης

Ανάμεσα στο όμορφο χάος του εναλλακτικού ροκ και του britpop στο μεγάλο νησί πίσω στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και τις αρχές της επόμενης χιλιετίας, η θέση των Doves ήταν ξεχωριστή και κερδισμένη επάξια. Οι μουσικές της τριάδας είχαν πάντα αυτό το κάτι που μπορούσε να περάσει σε ραδιόφωνα και μεγάλα ακροατήρια. Σε αντίθεση με κάμποσους συνοδοιπόρους τους όμως, εκείνοι διατηρούσαν μία απλότητα και μία ειλικρίνεια που τους έκανε να μοιάζουν με τη μπάντα της διπλανής πόρτας. Η απόφασή τους να σταματήσουν πριν την κατηφόρα πρόσθεσε μόνο θετικά στην κάτι περισσότερο από τίμια παρουσία τους.

Οι ελπίδες για comeback είχαν αναπτερωθεί ήδη από πέρσι, με την επί σκηνής επιστροφή. Αν για κάποιον ακατανόητο λόγο υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία σχετικά με απώτερους σκοπούς, η απάντηση του “The Universal Truth” είναι εκκωφαντική. Το τρίο από το Manchester ποτέ δεν ακολούθησε τον εμπορικό δρόμο για χάρη της εμπορικότητας. Αν κάποιος έλεγε ότι στην πραγματικότητα ποτέ δεν ήταν αληθινά εμπορικοί, δεν θα είχε άδικο. Όσο ραδιοφωνικό airplay κι αν πήραν το “There Goes The Fear” ή το “Black And White Town”, το ίδιο το σχήμα ποτέ δεν προσπάθησε κι εν τέλει ποτέ δεν έκανε το άνοιγμα που κάθε μεγάλη δισκογραφική θα ήθελε.

Έντεκα χρόνια μετά το “Kingdom Of Rust”, ηχητικά τίποτα δεν φαίνεται να έχει αλλάξει. Με την καλύτερη έννοια. Τι κι αν οι ίδιοι έχουν αρχίσει να ασπρίζουν. Τι κι αν το «ορθόδοξο» alternative έχει αρχίσει να ξανακοιτάει μπροστά και να επανέρχεται στο προσκήνιο, τόσο στον τόπο τους όσο και παγκοσμίως. Εκείνοι δεν δείχνουν κανένα ενδιαφέρον να αλλάξουν την προσέγγισή τους για να ταιριάξουν οπουδήποτε ή για να χρησιμοποιηθούν ως πρόσωπα από τη βιομηχανία. Κινούνται ακόμα στα ίδια μουντά, αστικά τοπία. Η παλέτα τους έχει ακόμα τα ίδια ξεθωριασμένα χρώματα. Οι στίχοι την ίδια γοητευτική αμεσότητα. Οι γραμμές βγάζουν το ίδιο μισό χαμόγελο, όπως τότε.

Η δισκογραφική επιστροφή των Doves έχει όλη την ουσία και καθόλου από τη λάμψη που επιζητά το mainstream. Πάνε δύο γεμάτες δεκαετίες από τότε που οι Jez & Andy Williams με τον Jimi Goodwin γίνονταν άλλη μία από τις μεγάλες ελπίδες στον μετά-britpop χάρτη. Το να έχει κανείς την απαίτηση από αυτούς να γράψουν ένα δεύτερο “The Cedar Room” είναι παράλογο. Οι ίδιοι φαίνονται απολύτως συνειδητοποιημένοι. Ξέρουν τα συναισθήματα που θέλουν να αποτυπώσουν, ξέρουν πώς να τα μεταφέρουν, και αναγνωρίζουν ότι όσο κι αν τρέχει ο κόσμος στο τέλος δεν έχει πολύ νόημα να τον κυνηγάς. “Hello old friend, it’s been a while”, πράγματι.

Πηγή: rocking.gr