7+1 μουσικές στιγμές του Μάνου Ελευθερίου

από Βασίλης Σπυριδάκης

Ο Μάνος Ελευθερίου κρυβόταν πίσω από την μαρκίζα της επιτυχίας πολλών και μεγάλων λαϊκών τραγουδιών. Ο λόγος του επιτομή της αμεσότητας, της βαθιάς ματιάς σε καταστάσεις ανθρώπινες, κοινές αλλά και συχνά οριακές.

Ο Ελευθερίου δεν σκιαγραφεί ούτε αναλύει, χάραζε με την πένα του τομές, αφήνοντας σημάδια, αμανάτια του βίου, των εποχών παρακαταθήκες…

Κουβέντιαζε  με ζώντες και τεθνεώτες, μονολογούσε κι αφηγείται μονολόγους άλλων μοναχικών ανθρώπων, που οι φωνές, οι αλήθειες κι οι φαντασίες τους συνθέτουν έναν θεατρικό μονόλογο για μια χειμαρρώδη ζωή που κύλησε και κυλάει πάνω στις ράγες του Φαρμακείου εκστρατείας, ίσως του πιο ποιητικού από τα πεζά κείμενα του Μάνου Ελευθερίου.

Ξεγέλασες τους ουρανούς με ξόρκια μαύρη φλόγα

Πως η ζωή χαρίζεται χωρίς ν’ ανατραπεί

Κι όλα τα λόγια των τρελών που ήταν δικά μας λόγια

Τα μάγευες με φάρμακα στην άσωτη σιωπή

Πενθούσες με τους έρωτες γυμνός και μεθυσμένος

Γιατί με τους αθάνατους είχες λογαριασμούς

Τις άριες μιας όπερας τραύλιζες νικημένος

Μιας επαρχίας μαθητής μπροστά σε δυο χρησμούς

Τι ζήλεψες τι τα ‘θελες τα ένδοξα Παρίσια

Έτσι κι αλλιώς ο κόσμος πια παντού είναι τεκές

Διεκδικούσες θαύματα που δίνουν τα χασίσια

Και παραισθήσεις όσων ζουν μέσα στις φυλακές

Παραπονεμένα λόγια. Η διαθήκη, Στων αγγέλων τα μπουζούκια, Οι Ελεύθεροι κι ωραίοι, Κάτω απ’ τη μαρκίζα, Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα, Σ’ αυτή τη γειτονιά, Στα χρόνια της Υπομονής, Ο χάρος βγήκε παγανιά, Σου γράφω πρώτη του Δεκέμβρη, Η Σούστα πήγαινε μπροστά…

Το κέντημα του Ελευθερίου θυμίζει διπλοβελονιά ήρεμης μαστόρισσας, που ξέρει την τέχνη της, που αγωνιά αλλά και είναι σίγουρη για το αποτέλεσμα.

Ως στιχουργός είχε στο ενεργητικό του περίπου 400 τραγούδια και συνεργάστηκε με όλους σχεδόν τους Έλληνες συνθέτες. Είχε συνεργαστεί με τα μεγαλύτερα ονόματα της σύγχρονης ελληνικής μουσικής σκηνής, ανάμεσα σ’ αυτούς ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Σταύρος Κουγιουμτζής, ο Γιώργος Χατζηνάσιος, ο Δήμος Μούτσης, ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Χρήστος Νικολόπουλος, ο Θάνος Μικρούτσικος και όχι μόνο… Τα γραπτά του Μάνου Ελευθερίου, πολύτιμα… όπως και τα τραγούδια…

Τα δυσκολοδιάβατα και «μεταφρασμένα», διαφορετικά από τον καθένα, ποιήματα του  Μάνου, είχαν  κατά έναν περίεργο τρόπο σύμμαχό τους το χρόνο. Συνεχώς κέρδιζαν τις μάχες μαζί του. Γιατί ναι μεν ήτανι αυστηρώς προσωπικά αλλά δεν ήταν φλου. Κουβαλάνε τις ταλαιπωρίες, τις λαβωματιές, τα βιώματα, τις ευαισθησίες ενός «τσαλακωμένου» ανθρώπου αλλά και ενός εμπνευσμένου τεχνίτη.

Ο Μάνος Ελευθερίου δημοσίευσε σε ηλικία μόλις 24 ετών την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Συνοικισμός. Συνεχίζει με Το τρένο φεύγει στις 8:00 που αργότερα μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης.

Συνεργάζεται με το συνθέτη Χρήστο Λεοντή καθώς και τον Μίκη Θεοδωράκη με τον οποίο η συνεργασία διακόπηκε λόγω της Δικτατορίας.

Τα τραγούδια τους πρωτοκυκλοφόρησαν το 1970 στο Παρίσι. Συνεργάστηκε με τον Δήμο Μούτση (Άγιος Φεβρουάριος,1971) και με τον Γιάννη Μαρκόπουλο στον δίσκο Θητεία του οποίου η ηχογράφηση άρχισε το Νοέμβριο του 1973, διακόπηκε από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και τελικά κυκλοφόρησε το 1974 με την Μεταπολίτευση.

Απόσπασμα από κείμενο-ομιλία του φίλου του Ελευθερίου, του ποιητή και κριτικού θεάτρου, Γιάννη Βαρβέρη που έφυγε βιαστικά

 «Όλος ο Ελευθερίου ανήκει με διακριτικό φανατισμό στην παρακμή. Την παρακμή αυτή εξοστρακίζουν στα ποιήματά του ένας σπάνιος λυρισμός χωρίς ίχνος γλυκερότητας και ένας απαρηγόρητος σπαραγμός χωρίς ίχνος ταπεινού παραπόνου και ιδίως χωρίς ελπίδα. Ο πληθυσμός του συνίσταται σε ανθρώπους κυνηγημένους ή πικραμένους, ανεξαρτήτως τάξεως, χρόνου ή χώρου. Ο χώρος πάντως είναι συνηθέστατα αστικός και κατά προτίμηση εντοπίζεται σε πλοία, σε μπαρ, σε καφενεία, όπου η ματαίωση, η μνήμη ή η φωτογραφία ευδοκιμούν κι ανθίζουν ευκολότερα».

Από  συνέντευξη  του Μ. Ελευθεριου για τα παιδικά του χρόνια στη Σύρο

«Βίωσα την έλλειψη αγαθών μικρός. Ο πατέρας μου ήταν ναυτικός, μηχανικός σε ποντοπόρα πλοία. Τον γνώρισα σε μεγάλη ηλικία, μετά τον πόλεμο και περάσαμε μια πολύ δύσκολη μεταπολεμική περίοδο στη Σύρο. Είδα, ας πούμε, γείτονες στη συνοικία που μεγάλωσα, που δεν είχαν απολύτως τίποτα. Έρχονταν και ζητούσαν από μας ένα κρεμμύδι, λίγη ζάχαρη, λίγο καφέ, λίγο λάδι. Μιλάμε για την απόλυτη ένδεια, την οποία την έχω δει, την έχω ζήσει. Τα παιδιά στο σχολείο ήταν όλα ξυπόλητα. Στο γυμνάσιο φόρεσαν παπούτσια, όσοι πήγανε. Ήταν άγρια τα πράγματα».