«Με εκβίαζαν για να συνταγογραφώ τα φάρμακα»

από Βασίλης Σπυριδάκης

Οτι υπήρξε θύμα εκβιασμού υποστήριξε στην απολογία της, η 44χρονη γιατρός το Λαϊκού νοσοκομείου, η οποία προφυλακίστηκε το Σάββατο για την υπόθεση του κυκλώματος της παράνομης διακίνησης των αντικαρκινικών φαρμάκων.

Η γιατρός επίκουρος, βοηθός δύο ογκολόγων στο Λαϊκό Νοσοκομείο απολογήθηκε ενώπιον της Ανακρίτριας Διαφθοράς για τα αδικήματα της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση και της απάτης.

Σύμφωνα με τη δικογραφία η ανάμειξή της στην υπόθεση προκύπτει από εικονικές συνταγογραφήσεις που εντοπίστηκαν κατά τον εσωτερικό έλεγχο που διενεργήθηκε στο Νοσοκομείο μετά τις πρώτες συλλήψεις για την εξάρθρωση του κυκλώματος.

Σύμφωνα με πληροφορίες η κατηγορουμένη, αρνήθηκε ότι έχει σχέση με κύκλωμα και ισχυρίστηκε πως δεν γνωρίζει κανέναν από τους συγκατηγορουμένους της. Φέρεται ωστόσο να παραδέχθηκε στη δικαστική λειτουργό ότι έχει προχωρήσει σε 86 συνταγογραφήσεις, που δεν αφορούσαν ασθενείς του νοσοκομείου, αποδίδοντας τις επίμαχες συνταγές που εξέδωσε σε φόβο εξαιτίας απειλών που δεχόταν για τη ζωή της και τη ζωή του συζύγου της.

Η γιατρός, σύμφωνα με την υπεράσπισή της, υποστηρίζει ότι οι επίμαχες συνταγές δεν είχαν κανένα οικονομικό αντάλλαγμα αλλά είναι αποκλειστικά και μόνο αποτέλεσμα του εκβιασμού της από άγνωστο πρόσωπο, το οποίο δεν είναι κάποιος από τους ήδη συγκατηγορούμενούς της, που ξεκίνησε να την απειλεί, ακόμη και με όπλο, όταν αρνήθηκε να πάρει χρήματα για να προχωρήσει στις παράνομες συνταγογραφήσεις.

Ο εκβιασμός της από το πρόσωπο αυτό, σύμφωνα με τη γιατρό, ήταν και ο λόγος που δεν προσήλθε στις αρχές όταν δημοσιοποιήθηκε η υπόθεση καθώς στόχος της ήταν όχι να εξαφανιστεί από τις αρχές αλλά να χάσει τα ίχνη της ο εκβιαστής της. Οι συνήγοροι υπεράσπισής της μάλιστα θεωρούν πως η συγκεκριμένη υπόθεση εκβιασμού πρέπει να ερευνηθεί από την ανακρίτρια ως σκέλος της υπόθεσης και εκτιμούν ότι πρέπει ο ή οι εκβιαστές να αναζητηθούν μέσω των προσώπων που εμπλέκονται στην αλυσίδα διακίνησης των συγκεκριμένων φαρμάκων που συνταγογράφησε η εντολέας τους.

Τι υποστηρίζει η 44χρονη

Όπως λέει η 44χρονη, τον Ιούνιο του 2017 ένα πρόσωπο εμφανίστηκε στο ιατρείο και της ζήτησε να του γράφει συνταγές διαφόρων φαρμάκων με αντίτιμο χρήματα αλλά εκείνη αρνήθηκε. Ωστόσο, εκείνος παρουσιαζόταν συνεχώς και προσπαθούσε να την κάνει να συνεργαστεί. Όταν εκείνη του είπε ότι θα τον καταγγείλει στην αστυνομία: «τότε μου έπιασε το χέρι μου και με ανάγκασε να αγγίξω τη ζώνη του, όπου ένιωσα ένα όπλο, λέγοντάς μου τα εξής: Θα συνεργαστείς θες δε θες. Γιατί αλλιώς θα βλάψουμε και εσένα και τον άντρα σου. Σας παρακολουθούμε και τους δύο από καιρό. Αν πεις τίποτα στην αστυνομία έχετε πεθάνει και οι δύο. Από αύριο περιμένω συνταγές, σε φάκελο κάτω από το ιατρείο σου, αλλιώς τέλειωσες. Και μην κάνεις καμία βλακεία. Έχουμε μάτια παντού».

Η 44χρονη είπε ότι ήταν ένα ψηλός, αδύνατος μελαμψός άνδρας με μουστάκι, 40-45 ετών, ο οποίος φαίνονταν ότι δεν ήταν Έλληνας αλλά μιλούσε άπταιστα ελληνικά. «Τρομοκρατήθηκα. Κυρίως φοβήθηκα να μην συμβεί κάτι στον σύζυγό μου. Έτσι, υπό την απειλή αυτή, έκανα την ανοησία να συντάξω κάποιες συνταγές στο ΑΜΚΑ ασθενών και να τις αφήσω σε κλειστό φάκελο στην είσοδο του ιδιωτικού μου ιατρείου, όπως μου είχε ζητήσει να κάνω. Αυτή ήταν και η απαρχή ενός εφιάλτη για εμένα, τον οποίο έζησα για ένα περίπου χρόνο και μέχρι τη σύλληψή μου από την Οικονομική Αστυνομία».

Σύμφωνα με την κατηγορουμένη, «από τις επόμενες ημέρες και μετά, μέχρι και τις αρχές Μαΐου 2018, το πρόσωπο αυτό, ασκώντας πάνω μου τρομερή ψυχολογική βία, με εξανάγκαζε να του παραδίδω συνταγές διαφόρων φαρμάκων, κυρίως αντικαρκινικών δηλ. ‘NEXAVAR’, ‘SUTENT’, ‘AFINITOR’ κλπ. εκβιάζοντάς με, με τα εξής λόγια: «Τώρα έμπλεξες. Δεν μπορείς να σταματήσεις. Αν πας στην αστυνομία η σε κανένα δικηγόρο, πέθανες και εσύ και ο άντρας σου». Η 44χρονη μάλιστα υποστηρίζει ότι ενώ κινούνταν με τον σύζυγό της και μοτοσικλέτα ένα αυτοκίνητο τους έκλεισε το δρόμο. Κατόπιν ο άντρας την προειδοποίησε να συνεργάζεται για να μην πάθουν χειρότερα.

Η 44χρονη υποστήριξε επίσης στην απολογία της ότι εσκεμμένα έγραψε κάποιες συνταγές στις οποίες οι κωδικοί των ασθενειών ήταν αν-αντίστοιχοι με τις θεραπείες για να προκαλέσει κάποιον έλεγχο. Είπε ακόμη ότι προσπάθησε να κάνει καταγγελία στην αστυνομία αλλά την αντιμετώπισαν με σκεπτικισμό γιατί δεν είχε αποδείξεις για τα όσα έλεγε.

Η γυναίκα είπε πώς πήρε την απόφαση να κρυφτεί καθώς στις 8 Μαΐου εμφανίστηκε ο ίδιος άντρας και την απείλησε με πιστόλι ότι αν τολμήσει να μιλήσει θα σκοτώσει την ίδια και τον άντρα της. Όπως λέει, αποφάσισε τότε να μιλήσει στον σύζυγό της και μαζί αποφάσισαν να φύγουν από το σπίτι. Υποστηρίζει δε, ότι έκανε και απόπειρα αυτοκτονίας γιατί θεώρησε ότι είχε πλέον καταστραφεί και είχε κάνει μεγάλο κακό στον άντρα της. Εκείνος όμως την πρόλαβε πριν κάνει κακό στον εαυτό της.

Τελικά έφυγαν και οι δυο για την Κρήτη. Δεν ειδοποίησε τους δικούς της και έτσι η μητέρα της έκανε τη δήλωση εξαφάνισης. Από την Κρήτη βρήκαν δικηγόρο και αποφάσισαν να εμφανιστούν, όπως είπε αλλά είχε ήδη εκδοθεί το ένταλμα της σύλληψής της.

Η 44χρονη ζητεί μέσω του υπομνήματός της από την ανακρίτρια, το άνοιγμα όλων των τραπεζικών της λογαριασμών αλλά και του κινητού της τηλεφώνου για να αποδειχθούν οι ισχυρισμοί της ότι δεν έπαιρνε χρήματα για τη συνταγογράφηση, αλλά και ότι δεν είχε καμία σχέση με τους συγκατηγορουμένους της.

Πηγή: tvxs.gr