Το τελευταίο τραγούδι

από Βασίλης Σπυριδάκης

του Θανάση Καρτερού

Τους (και μας) μάζεψε όλους ο Μίκης στο τελευταίο αντίο. Στο τελευταίο τραγούδι. Και αυτούς που τον έκρυψαν και αυτούς που τον κυνήγησαν. Και αυτούς που ήθελαν το κεφάλι του στον φανοστάτη και αυτούς που είχαν φανοστάτη τη μουσική, τα τραγούδια και το μπόι του σε σκοτεινές μέρες. Αυτούς που αισθάνονται την ανάγκη της σιωπής κάτι τέτοιες ώρες κι εκείνους που βρίσκουν την ευκαιρία να καθυβρίσουν ζωντανούς πάνω από τον νεκρό. Ακόμα και όλους όσοι δεν έχουν καταφέρει να μην τους είναι ξένο τίποτε το ανθρώπινο. Και είναι έτοιμοι να κρίνουν, να επικρίνουν, να ακυρώσουν με μικρές στιγμές τις μεγάλες ώρες.

Υπάρχει βέβαια σε κάθε τέτοια τελετή μια παρέλαση υποκρισίας, ένας φαρισαϊσμός των επισήμων, όλοι το ξέρουμε αυτό. Μια προσπάθεια να πάρουν κάτι από το φως του απερχόμενου εκείνοι που θα ήθελαν και το προσπάθησαν με χίλιους τρόπους να τον αφανίσουν στο σκοτάδι. Αλλά στον αποχαιρετισμό του αυτό πνίγηκε, χάθηκε, εξαφανίστηκε από το κύμα της γνήσιας συγκίνησης, μέσα και κυρίως έξω από τη Μητρόπολη. Από τα χειροκροτήματα, τα δάκρυα, τα θλιμμένα πρόσωπα των χιλιάδων απλών ανθρώπων κάθε ηλικίας, που κατάλαβαν σε μια τέτοια πικρή ώρα ότι κάπως, με κάποιον τρόπο απροσδόκητο, έχουν ορφανέψει.

Αγκαλιά με τον λαό πορεύτηκε ο Μίκης. Ο Μίκης του λαού και ο λαός του Μίκη. Με τα πάθη και τα λάθη του, τις εξάρσεις και τις πτώσεις του, τα όνειρα και τους αγώνες του. Από την αγκαλιά του λαού τον απέσπασε ο θάνατος κι άφησε ένα μεγάλο κενό, όχι μόνο στην τέχνη, στη μουσική, στην εφηβεία της επανάστασης, αλλά και στις καρδιές. Με τον Δημήτρη Κουτσούμπα να το εκφράζει αυτό το κενό, καταθέτοντας την προσωπική συγκίνηση που απαιτείται για να εκφράσει κανείς, οποιοσδήποτε, τη συγκίνηση των άλλων. Και με τη γλώσσα του σεβασμού στον νεκρό, στη ζωή του, στο έργο του, στις τελευταίες του επιθυμίες.

Μένουν οι στίχοι, η μουσική, οι νότες της ζωής του. Σκέπη πάνω απ’ όσους εννοούν. Και ενέργεια, έμπνευση, για όσους επιμένουν να μην πειθαρχούν στην κανονικότητα, την οποία ο ίδιος πολέμησε. Έτσι το κοινότοπο -αθάνατος!- στην περίπτωσή του έχει ζωή. Και φτερά…

Πηγή: Αυγή